σωφρονώ

-έω, ΝΜΑ, και σαοφρονῶ Α [σώφρων, -ονος]
είμαι σώφρονας, είμαι στα λογικά μου (α. «εφόσον ζω και αναπνέω και σωφρονώ», Παπαδ.
β. «καὶ θεωροῡσι τὸν δαιμονιζόμενον καθήμενον ἱματισμένον καὶ σωφρονοῡντα», ΚΔ.
γ. «ἤν δ' ἁμάρτω, φάναι Πέρσαι τι λέγειν ἀληθέα καὶ ἐμὲ μὴ σωφρονέειν», Ηρόδ.)
μσν.-αρχ.
είμαι σώφρων, εγκρατής («εἴς τ' Ἀφροδίτην σωφρονοῡσα καί τὸ σὸν μέλαθρον αὔξουσα», Ευρ.)
αρχ.
1. συνέρχομαι, ανακτώ την αυτοκυριαρχία μου («ὑπὸ τῆς συμφορῆς τῆς τε ἐκ τοῡ μάγου ἐκπεπληγμένος καὶ τοῡ τρώματος ἐσωφρόνησε», Ηρόδ.)
2. (το απρμφ. ενεστ. ως ουσ.) τὸ σωφρονεῑν
η σωφροσύνη
3. (το ουδ. πληθ. μτχ. παθ. παρακμ. ως ουσ.) τὰ σεσωφρονημένα
αυτά που έχουν πραχθεί με σωφροσύνη.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σωφρονώ — [софроно] р. исправлять, вразумлять …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • σωφρονώ — αμτβ., είμαι σώφρονας, έχω σωφροσύνη (φρόνηση), έχω ορθή κρίση …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σωφρονῶ — σωφρονέω to be sound of mind pres subj act 1st sg (attic epic doric) σωφρονέω to be sound of mind pres ind act 1st sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαοφρονώ — έω, Α (ποιητ. τ.) βλ. σωφρονώ …   Dictionary of Greek

  • συσσωφρονώ — και συνσωφρονῶ, έω, Α [σωφρονώ] είμαι σώφρονας και εγώ μαζί με άλλον, φέρομαι και εγώ με φρόνηση («συνσωφρονεῑν σοι βούλομ ἀλλ οὐ συννοσεῑν», Ευρ.) …   Dictionary of Greek

  • σωφρονητικός — ή, όν, Α [σωφρονῶ] σωφρονικός …   Dictionary of Greek

  • σωφρόνημα — τὸ, Α [σωφρονῶ] πράξη σωφροσύνης …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.